ἔκμαγμα

ἔκμαγμα, ατος, τό,
A impression in wax, etc., Poll.9.131.
II = κροκόμαγμα, Hp.Steril.235.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔκμαγμα — impression in wax neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έκμαγμα — το (AM ἔκμαγμα) το πανομοιότυπο αποτύπωμα μορφής ή σχήματος πάνω σε μαλακή ύλη αρχ. αποτύπωμα πάνω σε κερί …   Dictionary of Greek

  • ἐκμάγματα — ἔκμαγμα impression in wax neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εκμαγείο — Κατασκεύασμα από εύπλαστο υλικό που στερεοποιείται, αφού πρώτα αποτυπωθεί πάνω σε αυτό η μορφή ενός στερεού σώματος· χρησιμοποιείται για την παρασκευή πιστού αντιτύπου ή αντιτύπων του σώματος αυτού. Λέγεται επίσης και μήτρα, τύποςκαλούπι. Η λέξη… …   Dictionary of Greek

  • έκμακτρον — ἔκμακτρον, το (Α) το έκμαγμα …   Dictionary of Greek

  • αυτέκμαγμα — αὐτέκμαγμα, το (Α) [έκμαγμα] απαράλλαχτο αποτύπωμα, ομοίωμα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.